ἁπαλόν

ἁπαλός
soft to the touch
masc acc sg
ἁπαλός
soft to the touch
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἄπαλον — ἀπό ἁλίσκομαι to be taken aor ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic parad form prose) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • MYRUS — Graece Μύρος, muraena dentata est, καρχαρόδους proin Aristoteli, utpote dentes habens ἔξωθεν καὶ ἔσωθεν. Muraenarum enim aliae dentatae sunt. Athen. l. 7. ubi ait. τῶ μυραινω ν δακούσας ἀναιρεῖν τὰς ἐξ ἔχεως; aliae edentulae. Quas ita quidem… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • мѧкъкыи — (50) пр. 1. Мягкий, нежесткий: ризы же не славны и мѧкъкы люби. КН 1280, 606а; ѹ˫азвенаго ѿѡ зми˫а исцѣлити. или лютѣишими. и тръпкыми или слабѣишими и мѧкими былии. КР 1284, 163в; и полотна тонка и мѧкка не искати. Там же, 196в; пришедъ спатъ.… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • непользьныи — (49) пр. Бесполезный, напрасный: храни ср҃дце своѥ не приимати злыхъ мыслии си сѹѥтныхъ. и неполезныхъ. (ἀνωφελεῖς) ПНЧ 1296, 112; да избавить ны прекословь˫а. непользнаго. х(с)ъ б҃ъ нашь. ПрЛ XIII, 116б; и въвыкнѹть словесы неполезьными и… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • FIBER — animal ἀμφίβιον, idem cum castore, quam vocem vide supra; per universum Pontum plurimus Lutris similis est, animal morsu potentissimum, adeo ut cum hominem invadit, conventum dentium non prius laxet, quam concrepuisse persenserit fracta ossa.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • έρμα — το (AM ἕρμα) πρόσθετο βάρος το οποίο τοποθετείται στο κύτος πλοίου ή λέμβου για να αυξήσει την ευστάθειά τους, η σαβούρα νεοελλ. 1. πρόσθετο βάρος, το οποίο τοποθετείται στη λέμβο αερόστατου, για να ρυθμίζεται η ανύψωσή του 2. στρώμα από σκύρα,… …   Dictionary of Greek

  • αγλαοθηλές — ἀγλαοθηλές κατά τον Ησύχιο «ἀπαλόν». [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + θηλή] …   Dictionary of Greek

  • απαλός — ή, ό (AM ἁπαλός, ή, όν) 1. μαλακός στην αφή, τρυφερός 2. (για πρόσωπα) αβρός, τρυφερός νεοελλ. 1. (για χρώματα) όχι έντονος, ανοιχτός 2. (για ήχους) χαμηλός, ξεκούραστος, διακριτικός 3. φρ. «εξ απαλών ονύχων» από την πολύ μικρή, την παιδική… …   Dictionary of Greek

  • κέρας — Οστεοειδής έκφυση στο κεφάλι διαφόρων θηλαστικών. Βλ. λ. κέρατα.(Γεωλ.) Κομμάτι του στερεού φλοιού του εδάφους, το οποίο απέμεινε ως προεξοχή όταν τα γύρω κομμάτια καταβυθίστηκαν. Τυπικό παράδειγμα γεωλογικού κ. είναι ο Ακροκόρινθος. Αν μόνο μία… …   Dictionary of Greek

  • κυηρός — κυηρός, ά, όν (Α) [κυώ] (κατά τον Ησύχ.) 1. αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ κυηρόν «ἔγκυον ἁπαλόν, βλαστόν» …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.